ρόζος

ο, Ν
1. σκλήρυνση τού δέρματος, κυρίως τής παλάμης τών χεριών ή τού πέλματος τών ποδιών, κάλος
2. οφθαλμός βλαστού που έμεινε άγονος, βάση ενός κλαδιού η οποία κλείνεται μέσα στον κορμό με την κατά πάχος αύξηση τού δέντρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ὄζος (Ι) «κάλος, ρόζος», με παρετυμολογική επίδραση τού ρίζα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρόζος — ο 1. όζος, κόμπος σε ξύλο: Αυτό το ξύλο έχει ρόζους και δεν κάνει για τη δουλειά μας. 2. κάλος στα πόδια ή στα χέρια: Τα χέρια του έκαναν ρόζους από την τσάπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ροζάκης — Επώνυμο οικογένειας αγωνιστών. Καταγόταν από το χωριό Νίφι του Ταινάρου. Στους προεπαναστατικούς χρόνους η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Ταΰγετο και από εκεί αγωνίστηκε κατά των Τούρκων έως το τέλος του Αγώνα. 1. Σταθάκος. Σκότωσε έξω από τον… …   Dictionary of Greek

  • άνοζος — ἄνοζος, ον (Α) αυτός που δεν έχει ρόζους (αποδίδεται σε δέντρα). [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + όζος «βλαστός, ρόζος»] …   Dictionary of Greek

  • ήλος — (I) (AM ἧλος Α και δωρ. τ. άλος) 1. μακρόστενο κυλινδρικό κομμάτι συνήθως από σκληρό μέταλλο, τού οποίου η μια άκρη καταλήγει σε αιχμή ενώ η άλλη είναι διαμορφωμένη σε σχήμα ημισφαιρικής ή κολουροκωνικής κεφαλής, ώστε να χρησιμοποιείται για τη… …   Dictionary of Greek

  • γόγγρος — ο (AM γόγγρος) τελεόστεος ιχθύς, χέλι τής θάλασσας, μουγγρί αρχ. ρόζος στον φλοιό τών δέντρων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η υπόθεση ότι πρόκειται για δάνεια λέξη μεσογειακής προελεύσεως μένει αναπόδεικτη. Πιθ. πρόκειται για δημώδη τ. που μπορεί να …   Dictionary of Greek

  • εντυλούμαι — ἐντυλοῡμαι, όομαι (Α) γίνομαι τυλώδης, σαν κάλος, σαν ρόζος, σκληραίνω …   Dictionary of Greek

  • επανάστημα — ἐπανάστημα, το (Α) 1. φλύκταινα, ρόζος, προεξοχή τής επιδερμίδας («τὰ τῶν χειρῶν ἐπαναστήματα άπὸ τοῡ κωπηλατεῑν», Σχόλ. Αριστοφ.) 2. γεν. κάθε προεξοχή 3. (ειδ.) προεξοχή γης, λόφος 4. λοφίο περικεφαλαίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ανά στημα… …   Dictionary of Greek

  • κρισσός — κρισσός, ὁ (AM) ο κιρσός αρχ. (κατά τον Ησύχ.) ο ρόζος τής βαλανιδιάς από τον οποίο ρέει ιξός. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τού κιρσός, που εμφανίζει επίθημα σσός (πρβλ. κολο σσός) και μετάθεση τού ρ ] …   Dictionary of Greek

  • κόμπος — Σύνδεση που γίνεται με σχοινιά από διάφορα υλικά, για να εμποδιστεί η χαλάρωση των σχοινιών, για να συνδεθούν ή να κοντύνουν διάφορα σχοινιά, για να σχηματιστούν τοπικά εξογκώματα ή για να προσδεθούν σε κάποιο αντικείμενο. Οι κ. έχουν διάφορα… …   Dictionary of Greek

  • νωδόσαυρος — ο, η ζωολ. απολιθωμένο γένος ερπετών. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο συνθ., πρβλ. αγγλ. nodosaurus < λατ. nodus «ρόζος, εξόγκωμα» + σαύρα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.